Showing posts with label συνταξιούχος. Show all posts
Showing posts with label συνταξιούχος. Show all posts

Θα τον ξεχάσεις

Θα τον ξεχάσεις, σου λέω. Θα τον ξεχάσεις μέσα στο άγχος και την πολυφωνία των επερχόμενων εκλογών. Θα τον ξεχάσεις, γιατί δεν έβλεπες το πρόσωπό του χιλιάδες ώρες σε πάνελ τηλεοπτικών εκπομπών. Θα τον ξεχάσεις, γιατί δεν ήταν πολυγραφότατος, ούτε λαλίστατος, ούτε δημοφιλής.

Στο δέκατο του δευτερολέπτου που πέρασε η σφαίρα μέσα από ένα μυαλό που είχε την ατυχία να ονειρεύεται θα τον αφήσεις στην μνήμη σου και θα τον φέρνεις στη θύμηση σου, όταν θα έχεις την συνηθισμένη στιγμιαία τσατίλα, σαν εκείνον που στήθηκε απέναντι από τα γραβατοδεμένα καθίκια της δημοκρατίας φτύνοντάς τα με το αίμα του. Θα τον ξεχάσεις γιατί δεν έχεις την ψυχική αντοχή να τον θυμάσαι.

Τον έχεις ξεχάσει ήδη αφού το σιδερόφραχτο κάστρο της δημοκτατορίας είναι ακόμα στην θέση του και τα...
πολιτικόμουτρα κάνουν τα πλάνα του προεκλογικού τους αγώνα αποδεικνύοντας ότι ούτε τον θάνατο στην πόρτα τους δεν φοβούνται. Η σφαίρα ήδη έχει γίνει μπίλια που την παίζουν «αριστεροί» και δεξιοί στην προεκλογική τους ρουλέτα, και δεν έγινε βόμβα, όπως ήλπιζες, στα θεμέλια αυτού του τεράστιου κρεοπωλείου ζωντανών ακόμα ψυχών. Τον έχεις ήδη ξεχάσει γιατί τον έχεις κάνει ήδη μελό. Τον έχεις μετουσιώσει σε αφορμή να δακρύζουν τα μάτια σου και όχι να οργίζεται η καρδιά σου. Καρφώνεις σημειώματα αντίστασης στο δέντρο που έπεσε και δεν γίνεσαι εσύ το καρφί να τρυπήσει το λαρύγγι του ηθικού αυτουργού. Του πας λουλούδια και στεφάνια και περιμένεις την κηδεία του να κάνεις ακόμα μια ειρηνική πορεία διαμαρτυρίας αντί ήδη να ράβεις τα σάβανα αυτών που σου έχουν πάρει τα μέτρα για την δική σου αόρατη κάσα.

Τον ξέχασες πριν καλά-καλά τον θυμηθείς. Δεν πρόλαβε να γίνει το ήσυχο ουρλιαχτό του λόγος πολιτικός να αδράξεις το όπλο, να πλέξεις κρεμάλες, να στήσεις στον τοίχο προδότες, να εκδικηθείς για Αυτόν που αρνήθηκε να ξεχάσει ότι το μόνο που δεν σκοτώνει, καμία ορατή και αόρατη σφαίρα, είναι η -για όλους εμάς- ξεχασμένη αξιοπρέπεια.
γράφει ένας απλός άνθρωπος
από το simple man

Παίρνοντας ανάσα, στην πλατεία

Τα μάτια θολά. Μήνες τώρα. Δε φταίει η πρωινή αθηναϊκή κίχλη. Είναι μια θλίψη που ζοφαίνει τα πάντα και δεν την αντέχει. Είναι και τα γηρατειά του, που πίστεψε πως είχε κάνει ό,τι έπρεπε για να τα ζήσει όπως πρέπει. Ξέγνοιαστα, όπως δεν έζησε ποτέ. Σε μια σεζλόγκ, να διαβάζει Γάλλους ποιητές. Μια ζωή στη μπούκα. Δούλεψε, ίδρωσε, δημιούργησε. Μα δεν έφτανε. Σε λίγους μήνες είδε τις αποταμιεύσεις του να εξανεμίζονται, τη σύνταξή του να μηδενίζεται. Από ένα τέρας, που για φωτιά να πηδάει απ’ τα ρουθούνια είχε φόρους, χαράτσια και έκτακτα τέλη. Κι έγινε το κράτος Κρόνος, σκέφτηκε, να φάει τα παιδιά του. Κάνει ν’ ανασάνει, μα βαρύ το στήθος και κόμπος το στομάχι.

Νιώθει τους καθημερινούς ρευματισμούς του, καθώς κατεβαίνει τα... μαρμάρινα σκαλιά της πλατείας. Τα γόνατά του πονάνε, η ανάσα του βαριά. Δυο εύζωνες απέναντι, αγέρωχοι, μπροστά ‘πο άγνωστο μνημείο, κρύβουν στα γεμάτα μάτια την εθνική μελαγχολία. Το νέφος πάνω απ’τα κεφάλια έχει πλακώσει με έναν τρόπο διαφορετικό τους ανθρώπους. Δεν είναι σύννεφο, είναι πένθος συλλογικό. Κάποιοι θα γίνουν λύκοι για να ζήσουν, ακολουθώντας μια πανάρχαια πλατιά λογική. Μα σκέφτηκε πως αυτά δεν ήταν για εκείνον. Κι είναι και που δε μπορεί ν’ ανασάνει.

Παίρνει το πρωινό κουλούρι. Ένα φίλτρο έχει μπει σε κάθε του αίσθηση εδώ και καιρό. Το σουσάμι δεν είναι τραγανό, θα σκεφτεί. Δε βαριέσαι. Σε λίγο όλα θα τελειώσουν, σκέφτεται ξέπνοα, αναζητώντας ανάσα.

Ευλαβικά γδέρνει το σπιρτόκουτο, ανάβει το τσιγάρο, τινάζει το σπίρτο. Ρουφάει τον καπνό εγωιστικά. Σκέφτεται πώς θα μπορούσε να κρύψει σ’ αυτόν τις έγνοιες του. Μα κι αυτός χάνεται, όπως χάθηκαν και τ’ άλλα. Μα η Αθήνα δεν είναι Σεϊχέλες, και η πλατεία δεν είναι Σαν Σουσί. Κάνει να περπατήσει λίγο ακόμη. Δε μπορεί να πάρει ανάσα.

Σηκώνει ψηλά τον αγκώνα. Είναι το χέρι βαρύ. Τραβάει σκανδάλη.
Κι ανασαίνει.
γράφει ο Παναγιώτη Σωφρονίου
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. (Τάκης Σινόπουλος)